Διαφήμιση
Διαφήμιση
Κώδικας Δεοντολογίας & Πρακτικής Εξάσκησης για τους ασκούντας τη Συμβουλευτική Εκτύπωση

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο σκοπός αυτού του κώδικα, είναι:

1.1 Να διερευνήσει τα ηθικά θέματα για τους Συμ­βούλους που είναι μέλη της ελληνικης εταιρειας συμβουλευτικής.
1.2 Να θεμελιώσει και να διατηρήσει κανόνες άσκη­σης της συμβουλευτικής.
1.3 Να ενημερώσει και να προστατεύσει όλους όσους θα ζητήσουν και θα χρησιμοποιήσουν τις γνώ­σεις και τις υπηρεσίες των Συμβούλων.

Η ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΩΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ

2.1 Η Συμβουλευτική, ένας νέος όρος ιδιαίτερα στον Ελλαδικό χώρο, έχει στόχο να προσφέρει στο άτομο τις ευκαιρίες προκει­μένου να αναπτύξει τις δυνατότητες του για να ζήσει με ένα τρόπο πιο ικανοποιη­τικό για τον ίδιο.

Ο όρος Συμβουλευτική σχέση συμπεριλαμβάνει εργασία με μεμονωμένα άτομα, ζευγάρια ή ομάδες ατόμων. Οι στόχοι της συμ­βουλευτικής διαφέρουν σύμ­φωνα με τις ανάγκες των ατόμων. Μπορεί να έχουν σχέση με προσωπική ανά­πτυξη, διευθέτηση ή λύση συγκεκριμένων προβλημά­των, λήψη αποφάσεων, αντι­μετώπιση κρίσεων, αυτο­γνωσία, επεξεργασία εσωτε­ρικών συγκρούσεων ή βελ­τίωση διαπροσωπικών σχέ­σεων. Ο ρόλος του/της Συμ­βούλου είναι να διευκολύνει και να υποστηρίξει την προ­σπάθεια του ατόμου σεβόμενος/η τις προσωπικές του αξίες, τα προσόντα του, καθώς και τις ικανότητες του να προσδιορίζει τους ατομι­κούς του στόχους.
2.2   θεωρείται απαραίτητη η συμφωνία και των δύο πλευ­ρών, Συμβούλου και Συμβου­λευόμενου, προκειμένου να δημιουργηθεί η σχέση Συμ­βουλευτικής αφού προηγη­θούν λεπτομερείς διευκρινί­σεις που αφορούν στην σχέση.

Η ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ

Ο Κώδικας αποτελείται από δύο μέρη:
Α. Τον Κώδικα Δεοντολο­γίας που περιγράφει τις θεμε­λιώδεις αξίες της Συμβουλευ­τικής και τις γενικές αρχές που πηγάζουν από αυτές.
Β. Τον Κώδικα Πρακτικής Εξάσκησης που εφαρμόζει αυτές τις αρχές στη Συμβου­λευτική.

Α. ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

Α1. Οι βασικές αξίες της Συμβουλευτικής είναι η ακε­ραιότητα του χαρακτήρα του Συμβούλου, η αμεροληψία και ο σεβασμός προς τον Συμβου­λευόμενο.
Οι Σύμβουλοι πρέπει να φροντίζουν να εργάζονται σύμφωνα με τους κανόνες του Κώδικα Δεοντολογίας ανε­ξάρτητα αν η Συμβουλευτική είναι αμοιβόμενη ή εθελοντική.
Α2.  Ανάμεσα στις προτεραιότητες του Συμβούλου είναι η δημιουργία κλίματος ασφάλειας. εμπιστοσύνη, σεβασμού και αποδοχής του Συμβουλευόμενου ως άτομο.
Α3.  Ο Σύμβουλος προσφέ­ρει τις υπηρεσίες του μόνο αν του ζητηθούν από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο σαφώς και ανοικτά.
Α4. Οι όροι (χώρος, χρόνος. αμοιβή, προσέγγιση) σύμ­φωνα με τους οποίους προ­σφέρεται η Συμβουλευτική πρέπει να διευκρινίζονται πριν αρχίσει η Συμβουλευτική σχέση. Αναθεωρήσεις και αλλαγές αυτών των όρων μπο­ρεί να συζητηθούν και να συμ­φωνηθούν πριν εφαρμοσθούν.
Α5. Απαραίτητο θεωρείται οι Σύμβουλοι να διατηρούν και να αναπτύσσουν την προ­σωπική τους ικανότητα Συμ­βουλευτικής. Αυτό συνεπάγεται τη συνεχή ενημέρωση, εκπαίδευση, εποπτεία και συμβουλευτική υποστήριξη του ίδιου του Συμβούλου.
Η σύμφωνη με την Δεοντο­λογία άσκηση της Συμβουλευ­τικής, συνεπάγεται μεταξύ της προσέγγισης που ο Σύμβουλος δηλώνει ότι ακολουθεί και τον γελμά του. Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται και βάσει της αναλυτικής περιπτώσεως (case study).

Β. ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΕΞΑΣΚΗΣΗΣ

Β1. Ο Κώδικας Πρακτι­κής Εξάσκησης εφαρμόζει τις αξίες και τις ηθικές αρχές σε συγκεκριμένες καταστάσεις που είναι δυνατόν να προκύψουν στην διάρκεια της πρακτικής της Συμβουλευτικής.
Β2. ΘΕΜΑΤΑ ΥΠΕΥ­ΘΥΝΟΤΗΤΑΣ: Η σχέση Συμβούλου - Συμβουλευομέ-νου αποτελεί την κατ' εξο­χήν ηθική φροντίδα και υπο­χρέωση του/της Συμβούλου.
Β2α. ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΥΜΒΟΥ­ΛΕΥΟΜΕΝΟ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΟΥ: Οι Σύμ­βουλοι πρέπει να εξασφαλί­ζουν τους Συμβουλευόμενους από οποιαδήποτε ψυχική ή σωματική βλάβη κατά τη διάρκεια της συμβουλευτι­κής σχέσης. 
Β2β. Ο/Η Σύμβουλος δεν θα πρέπει να αναφέρει ή να υποδεικνύει ή να υποβάλλει ιδεολογίες, κοσμοθεωρίες, πολιτικά ή θρησκευτικά πιστεύω, σεβόμενος/η τις ιδιαιτερότητες (εθνικής, ταξικής καταγωγής, σεξουαλικών προτιμήσεων κλπ), ως αναφαίρετο δικαίωμα κάθε ατόμου.
Β2γ. Οι Σύμβουλοι είναι υπεύθυνοι να εξηγούν τους όρους με τους οποίους προ­σφέρεται η συμβουλευτική υπηρεσία, την εχεμύθεια, την αμοιβή τους, τις ακυρού­μενες συναντήσεις κλπ. Η λεπτομερής και ξεκάθαρη συμφωνία μεταξύ Συμβού­λου και Συμβουλευόμενου εκφράζει και προάγει τον σεβασμό και την αυτονομία του ατόμου.
Β2δ. Εάν προκύψουν θέματα που δυσχεραίνουν την Συμβουλευτική σχέση ο/η Σύμβουλος θα πρέπει να φροντίζει να διευθετηθούν πρώτα αυτά τα θέματα με τον Συμβουλευόμενο προ­κειμένου να συνεχισθεί απρόσκοπτα η Συμβουλευτι­κή σχέση.
Β2ε. Το δικαίωμα του απορρήτου δεν μπορεί να παραβιασθεί παρά μόνο για όλως ιδιαίτερους λόγους ή και αξιόποινες πράξεις, με ομενο και πάντα κατά την κρίση του/της Συμβούλου σε συνενόηση με τον επόπτη του.
Β2ζ. Οι Σύμβουλοι οφεί­λουν να παρέχουν εχεμύθεια για τις συναντήσεις τους με τους Συμβουλευόμενους. Κανείς δεν μπορεί να έχει την δυνατότητα να παρακολουθεί μία συνάντηση εκτός αν έχει ενημερωθεί και συμφωνήσει ο ίδιος ο Συμβουλευόμενος. Το ίδιο ισχύει για μαγνητοσκοπή­σεις ή μαγνητοφωνήσεις μιας συμβουλευτικής συνάντησης.
Β2η. Εάν ο Σύμβουλος δια­τηρεί αρχεία πελατών όπου καταγράφει στοιχεία ή εξέλι­ξη που αφορά τους Συμβουλευόμενους, οφείλει να φροντίζει για τη φύλαξη και ασφάλεια αυτών των πληροφοριών.
Β2Θ. Εάν ο/η Σύμβουλος πραγματοποιεί έρευνα, οφεί­λει να ενημερώνει λεπτομερώς και να εξηγεί τις ερωτήσεις που θα τεθούν στους συμμετέ­χοντες. Ο/Η Ερευνητής/Σύμβουλος πληροφορεί και ανα­γνωρίζει το αναφαίρετο δικαί­ωμα των συμμετεχόντων στην έρευνα να διακόψουν τη συμ­μετοχή τους αυτή οποτεδήποτε το θελήσουν.
Β2ι. Οι συγγραφείς κλινι­κών ερευνών φροντίζουν για τικων της ταυτότητας του ή των συμμετεχόντων στην έρευνα, τόσο κατά την περιγραφή του υλικού όσο και κατά την παρά­θεση άλλων στοιχείων. Άλλα θέματα ηθικής των δημοσιεύ­σεων που πιθανόν να προκύ­ψουν δεν αναφέρονται εδώ επειδή οι λύσεις που δίνονται είναι κατά περίπτωση και πάντοτε με γνώμονα την προ­στασία του ατόμου.
Β2κ. Αυτονόητο θεωρείται ότι ο/η Σύμβουλος δεν δημι­ουργεί κοινωνικές ή σεξουαλι­κές ή άλλες σχέσεις εργασίας με τα άτομα που απευθύνονται σ' αυτόν για Συμβουλευτική.

Β3.     ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟ & ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΣ ΑΛΛΩΝ ΣΥΝΑΦΩΝ  ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ   (ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΩΝ):

Οι Σύμβουλοι πρέπει να συμπεριφέρονται με τέτοιο τρόπο ώστε να μην υπονομεύ­ουν την εμπιστοσύνη του κοι­νωνικού συνόλου στο ρόλο του Συμβούλου ή στην εργασία άλλων Συμβούλων. Στην περί­πτωση που παρατηρηθεί ότι οι πράξεις, οι ενέργειες και γενι­κά η συμπεριφορά κάποιου Συμβούλου μειώνουν την Συμ­βουλευτική     Ιδιότητα     στην κοινή γνώμη η έρχονται σε αντίθεση με το δημόσιο αίσθημα, το θέμα θα παρα­πέμπεται στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας και στην Επιτροπή Δεοντο­λογίας.
Β3α. Η ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗ­ΣΗ ΤΗΣ Συμβουλευτικής ιδιότητας καθώς και η παρουσίαση των τίτλων ή της εξειδίκευσης του/της Συμβούλου, οι πινακίδες, τα επισκεπτήρια ή άλλα έντυπα πρέπει να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Β3β. Στην περίπτωση που κάποιο άτομο ζητά τη βοήθεια ενός Συμβούλου ενώ συνεργάζονταν με άλλον ειδικό θα πρέπει να εξετασθεί η περίπτωση και με το συγκεκριμένο άτομο και μεταξύ των συναδέλφων ώστε να αποφεύγονται δυσαρέσκειες και συγκρού­σεις.
Β3γ. Όσοι συμβάλλουν σε ερευνητική εργασία που ανακοινώνεται ή δημοσιεύε­ται αναφέρονται ονομαστι­κά ανάλογα με την συμμετο­χή τους είτε ως συγγραφείς είτε στον πρόλογο ή σε ιδι­αίτερη σημείωση.
Β3δ.   Ο/Η   Σύμβουλος οφείλει να μην υπέρβαινα τα όρια της δικής του ιδιότη-τας και συγκεκριμένα οφεί­λει να μην αναλαμβάνει να κάνει διάγνωση ή να καθο­ρίζει θεραπευτική αγωγή ή να προσφέρει κάθε άλλου είδους υπηρεσία που παρεκλίνει από τις γνώσεις και τις αρμοδιότητες του.
Β3ε. Όταν εκπρόσωπος άλλης ειδικότητας παραπέ­μπει ένα άτομο για Συμβου­λευτική σε ένα Σύμβουλο και χρειασθεί αυτό το ίδιο άτομο να παραπεμφθεί σε επιστήμονα άλλης ειδικότη­τας, ο/η Σύμβουλος οφείλει να συνεννοηθεί με τον συνά­δελφο που αρχικά παράπεμ­ψε τον Συμβουλευόμενο σ' αυτόν.
Β4. ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΕΥΡΥΤΕΡΗΣ ΚΟΙΝΩ­ΝΙΑΣ: Οι Σύμβουλοι οφεί­λουν να σέβονται και να εργάζονται σύμφωνα με τους νόμους της πολιτείας.
Β4α. Είναι μέσα στις ηθι­κές απαιτήσεις για τους Συμβούλους να φροντίζουν για την εποπτεία τους ή και την Συμβουλευτική τους υποστήριξη. Εκεί θα συζη­τηθούν   προβλήματα που παρουσιάζονται στις Συμβου­λευτικές τους σχέσεις με Συμ­βουλευόμενους ή ακόμα και προσωπικά τους θέματα.

Είναι αυτονόητο ότι και αυτή είναι μία σχέση εμπι­στευτική στην οποία ο/η Σύμ­βουλος δεν αποκαλύπτει τα στοιχεία ταυτότητας των Συμ­βουλευόμενων.

Επειδή αυτός ο κώδικας δεν είναι δυνατόν να προβλέ­ψει ή να δώσει λύση σε όλα τα θέματα ηθικής ή πρακτικής εξάσκησης, παρουσιάζει ένα πλαίσιο θεμάτων.

Όλα τα μέλη αποδεχόμενα τον Κώδικα ως κοινό σημείο αναφοράς, ανταποκρίνονται στις θέσεις του και υποχρεού­νται στη τήρηση του.

ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ: ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ ΠΟΛΥ
ΙΑΤΡΙΔΟΥ
ΧΑΡΟΥΛΑ
ΠΑΠΑΔΑΚΗ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ
ΠΑΠΑΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
ΝΑΝΤΑ
ΤΣΑΧΑΓΕΑ
ΕΛΕΝΗ

 

Σχεδίαση: Multihosting.gr | Mundo GR.